υποσκιάζω

υποσκιάζω
υποσκίασα, υποσκιάστηκα, υποσκιασμένος
1. μτβ., κάνω κάτι κάπως σκιερό, το συσκοτίζω ελαφρά: Ο φωτογράφος υποσκίασε τη φωτογραφία.
2. αμτβ., γίνομαι σκιερός, αρχίζω να σκοτεινιάζω: Με την έκλειψη του ήλιου υποσκιάζει η γη.

Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Look at other dictionaries:

  • υποσκιάζω — ὑποσκιάζω ΝΑ 1. καθιστώ κάτι κάπως σκιερό 2. (αμτβ.) αρχίζω να γίνομαι σκιερός, να σκοτεινιάζω αρχ. μέσ. ὑποσκιάζομαι σκιάζομαι από κάτω («τῇ συκῇ τοῡ πικροῡ βίου ὑποσκιάζεσθαι», Γρηγ. Νύσσ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < ὑπ(ο) * + σκιάζω «καλύπτω, σκοτεινιάζω» …   Dictionary of Greek

  • ὑποσκιάζῃ — ὑποσκιάζω overshadow gradually pres subj mp 2nd sg ὑποσκιάζω overshadow gradually pres ind mp 2nd sg ὑποσκιάζω overshadow gradually pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὑποσκιαζόμενον — ὑποσκιάζω overshadow gradually pres part mp masc acc sg ὑποσκιάζω overshadow gradually pres part mp neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὑποσκιαζούσης — ὑποσκιάζω overshadow gradually pres part act fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὑποσκιαζόμενος — ὑποσκιάζω overshadow gradually pres part mp masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὑποσκιάζειν — ὑποσκιάζω overshadow gradually pres inf act (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὑποσκιάζεσθαι — ὑποσκιάζω overshadow gradually pres inf mp …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὑποσκιάζεται — ὑποσκιάζω overshadow gradually pres ind mp 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὑποσκιάζοντες — ὑποσκιάζω overshadow gradually pres part act masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὑποσκιάζουσα — ὑποσκιάζω overshadow gradually pres part act fem nom/voc sg (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”